ΛΟΓΟΙ Ε'. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ

ΛΟΓΟΙ Ε'. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος στο ξεκίνημα της κοινοβιακής μας ζωής, το 1968, μας είχε πεί: «Μία είναι η αρετή, η ταπείνωση· επειδή όμως δεν το καταλαβαίνετε, άντε, να σάς πω και την αγάπη. Αλλά, όποιος έχει ταπείνωση, δεν έχει και αγάπη;». Αυτές οι δύο «αδελφωμένες αρετές», όπως χαρακτήριζε ο Γέροντας την ταπείνωση και την αγάπη, είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, αφού αυτές ελκύουν την Χάρη του Θεού και γεννούν και όλες τις άλλες αρετές. «Καλλιεργήστε απλά την ταπείνωση και την αγάπη, μας έλεγε, καί, μόλις αυξηθούν αυτές οι αρετές, η υπερηφάνεια και η κακία θα μείνουν ατροφικές και τα πάθη θα αρχίσουν να ψυχορραγούν».

Στον παρόντα Ε´ τόμο – ο οποίος εκδίδεται με την ευλογία του Ποιμενάρχου μας Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κασσανδρείας κ. Νικοδήμου – συμπεριλαμβάνονται λόγοι του Γέροντα σχετικά με τα πάθη και τις αρετές. Οι λόγοι αυτοί δεν αποτελούν συστηματική διδασκαλία ούτε αναφέρονται εκτενώς σε όλα τα πάθη και τις αρετές. Έχουν συγκροτηθή από απαντήσεις του Γέροντα σε ερωτήσεις μας σχετικές με την διάγνωση και την θεραπεία των παθών, καθώς και με την εργασία της αρετής. Οι απαντήσεις αυτές δεν ενδιαφέρουν μόνον τους μοναχούς αλλά και κάθε άνθρωπο που έχει «τήν καλή ανησυχία» για την καλλιέργεια της αρετής. Ο Γέροντας με την γνωστή ποιμαντική του, τα εύστοχα παραδείγματα και το πηγαίο χιούμορ, κάνει πνευματική «λιακάδα», η οποία ευνοεί να ανοίξουν στην ψυχή μας τα άνθη της μετανοίας και να δώσουμε καρπό αρετής.Μας ενθαρρύνει να δούμε κατά πρόσωπο τον παλαιό μας άνθρωπο, ώστε να σιχαθούμε το «ειδεχθές προσωπείον» του και να το αποβάλουμε. Πιστεύουμε ότι ο απλός αλλά φωτισμένος λόγος του Γέροντα θα μας βοηθήση να αγωνισθούμε ακόμη περισσότερο, για να ελευθερωθούμε από την δουλεία των παθών και να ζήσουμε την εν Χριστώ ελευθερία.

Ο Γέροντας έλεγε: «Ο Θεός δεν δίνει στον άνθρωπο ελαττώματα αλλά δυνάμεις. Ανάλογα με το πώς θα χρησιμοποιήση ο άνθρωπος τις δυνάμεις αυτές, μπορεί να γίνη καλός ή κακός». Αν δηλαδή χρησιμοποιήσουμε τις δυνάμεις αυτές σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, πλησιάζουμε στον Θεό και γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με Εκείνον. Αν τις χρησιμοποιήσουμε σύμφωνα με «τά θελήματα του παλαιού ανθρώπου», γινόμαστε δούλοι των παθών και απομακρυνόμαστε από τον Θεό. Για να γίνουμε «καινοί άνθρωποι» χρειάζεται να ταυτίσουμε το θέλημά μας με το θέλημα του Θεού, το οποίο εκφράζεται με τις άγιες εντολές Του. «Τηρώντας τις εντολές του Θεού, έλεγε ο Γέροντας, εργαζόμαστε την αρετή και αποκτούμε την υγεία της ψυχής».

Ο Γέροντας τόνιζε ότι η θεία Χάρις παύει να ενεργή στον άνθρωπο που δουλεύει στα πάθη του. Γι᾿ αυτό, όταν κάποιος του έλεγε ότι πέφτει σε ένα πάθος, συνήθιζε να λέη: «Πρόσεξε, γιατί έτσι διώχνεις την Χάρη του Θεού». Και όταν τον ρωτούσαμε πώς θα αποκτήσουμε την Χάρη του Θεού ή πώς ο άνθρωπος συγγενεύει με τον Θεό, άλλοτε μας έλεγε με την ταπείνωση, άλλοτε με την αγάπη και την αρχοντιά, άλλοτε με την θυσία και το φιλότιμο, και άλλοτε τόνιζε το πέταμα του εαυτού μας. Γιατί όλα αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του «καινού ανθρώπου», του ανθρώπου που έχει απαλλαγή από τα πάθη. «Όταν λέω να πετάξουμε τον εαυτό μας, έλεγε ο Γέροντας, εννοώ να πετάξουμε τα πάθη μας, να απεκδυθούμε τον παλαιό μας άνθρωπο... Αν πετάξουμε τον εαυτό μας και φύγη ο κακός ενοικιαστής, ο παλαιός άνθρωπος, θα κατοικήση στο κενό της καρδιάς ο καινός άνθρωπος της Καινής Διαθήκης».

Ο τόμος αυτός απαρτίζεται από δύο ενότητες και η καθεμιά χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Η πρώτη ενότητα αναφέρεται στα πάθη και η δεύτερη στις αρετές.
Το πρώτο μέρος της ενότητας των παθών αναφέρεται στην φιλαυτία, την «μητέρα των παθών», αφού όλα τα πάθη – τόσο τα σωματικά, όπως η γαστριμαργία, η φιληδονία κ.λπ., όσο και τα ψυχικά, όπως η υπερηφάνεια, η ζήλεια κ.λπ. –, «από εκεί ξεκινούν».

Το δεύτερο μέρος κάνει λόγο για την υπερηφάνεια, το «Γενικό Επιτελείο των παθών», όπως την χαρακτήριζε ο Γέροντας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, όπως «μία είναι η αρετή, η ταπείνωση», έτσι κι ένα είναι το πάθος, η υπερηφάνεια, αφού αυτή «μάς έφερε από τον Παράδεισο στην γή, κι αυτή από την γη προσπαθεί να μας στείλη στην κόλαση».

Το τρίτο μέρος αναφέρεται στην κατάκριση, που γεννιέται από την υπερηφάνεια και είναι «γεμάτη από αδικία». Ο άνθρωπος το χάρισμα της κρίσεως που του έδωσε ο Θεός, για να διακρίνη το καλό από το κακό, το μεταστρέφει στο πάθος της κατακρίσεως, που κατ᾿ εξοχήν αποστρέφεται ο Θεός.

Στο τέταρτο μέρος γίνεται λόγος για τα πάθη της ζήλειας, του θυμού και της λύπης, που και αυτά αποτελούν διαστροφή δυνάμεων της ψυχής και κατάχρηση αντίστοιχων χαρισμάτων. Την δύναμη του επιθυμητικού, που μας δόθηκε από τον Θεό για να αναζητάμε το καλό, την μεταστρέφουμε σε ζήλεια και φθόνο, ενώ την έμφυτη δύναμη του θυμικού, που πρέπει να χρησιμοποιούμε για να αγωνιζώμαστε με ανδρεία και παλληκαριά κατά του κακού, την στρέφουμε εναντίον του πλησίον. Το πάθος τέλος της λύπης μας στερεί την δυνατότητα να χαιρώμαστε τις πλούσιες ευλογίες του Θεού και μας αποδυναμώνει πνευματικά. Ο Γέροντας αντιδιαστέλλει την λύπη αυτήν από την κατά Θεόν λύπη, η οποία πηγάζει από την μετάνοια και γεμίζει την ψυχή με γλυκειά παρηγοριά.

Η ενότητα των αρετών αρχίζει με την «υψοποιό» ταπείνωση. Χωρίς την ταπείνωση οι αρετές μας είναι «τοξινωμένες»: Η υπομονή μπορεί να έχη μέσα γογγυσμό ή υποκρισία, η απλότητα μπορεί να εκτραπή σε αναίδεια και πονηρία, η χαρά να μην είναι πνευματική αγαλλίαση αλλά κοσμική ικανοποίηση. «Όσοι βρήκαν τον δρόμο της ταπεινοφροσύνης, έλεγε ο Γέροντας, προχωρούν στην πνευματική ζωή σύντομα, σταθερά και χωρίς κόπο». Και σε επιστολή του έγραφε: «Ο πιο σύντομος, σίγουρος και εύκολος δρόμος προς την άνω Ιερουσαλήμ είναι η ταπείνωση».

Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στην αγάπη, η οποία πρέπει να «μοιράζεται» σωστά στον Θεό, στον πλησίον και σε όλη την κτίση. Η αγάπη προς τον Θεό είναι αδιάσπαστα δεμένη με την αγάπη προς τον πλησίον και οδηγεί την ψυχή σε θείο έρωτα, θεία τρέλλα, θεία μέθη. Η αληθινή αγάπη προς τον πλησίον είναι η «ακριβή πνευματική αγάπη» που έχει όποιος «βγάζει τον εαυτό του από την αγάπη του», όποιος δηλαδή δεν αποβλέπει σε δικό του συμφέρον. Και η αγάπη προς όλη την κτίση είναι το υπερχείλισμα της «γενικής» αγάπης που έχει ο πνευματικός άνθρωπος.

Το τρίτο μέρος αναφέρεται στην αρχοντιά και στο φιλότιμο, που αποτελούν κύριους άξονες της διδασκαλίας του Γέροντα. «Η αρχοντιά, έλεγε ο Γέροντας, όλα τα έχει· έχει φιλότιμο, έχει ταπείνωση και απλότητα, έχει ανιδιοτέλεια, τιμιότητα..., έχει και την μεγαλύτερη χαρά και την πνευματική αγαλλίαση». Ο Γέροντας, χωρίς να μειώνη την αξία της ασκήσεως, βάζει την αρχοντιά και το φιλότιμο πάνω από κάθε ασκητικό αγώνα, αφού, αν δεν υπάρχη αρχοντιά, όλα τα πνευματικά – άσκηση, μετάνοιες κ.λπ. –, είναι, όπως έλεγε, «κουκουσκιάχτικα», δηλαδή «μόνον τις κουρούνες μπορούν να διώξουν και όχι τα ταγκαλάκια».

Στο τέταρτο μέρος γίνεται αναφορά στην απλότητα, που είναι «τό πρώτο παιδί της ταπεινώσεως», στην πίστη και στην ελπίδα στον Θεό, που «είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια για τον άνθρωπο», στην υπομονή, που «ξεδιαλύνει πολλά και φέρνει θεϊκά αποτελέσματα», και στην πνευματική χαρά, που «έρχεται με την εσωτερική τακτοποίηση και δίνει φτερά στην ψυχή». Τέλος, ο Γέροντας μιλάει για την διάκριση, την «κορωνίδα των αρετών». Η διάκριση «δέν είναι απλώς μία αρετή», δεν είναι βήμα προς την πνευματική πρόοδο, αλλά το αποτέλεσμα και η ασφάλειά της· είναι «τό τιμόνι που οδηγεί με ασφάλεια την ψυχή, ώστε να μη σκοντάφτη ούτε δεξιά ούτε αριστερά», αλλά να βαδίζη με σταθερότητα την βασιλική οδό των αρετών αποφεύγοντας τα άκρα, που είναι των δαιμόνων.

Ως επίλογος του τόμου έχουν παρατεθή λόγοι του Γέροντα για την καλή ανησυχία, «τήν καλή αγωνία για τον "καλόν αγώνα"», όπως την χαρακτήριζε. «Η καλή ανησυχία, έλεγε, είναι φτερούγισμα. Δίνει στην ψυχή λεβεντιά, ζωντάνια· δεν φέρνει άγχος και στενοχώρια, αλλά παρηγοριά· δεν είναι κόπος, δεν είναι αγωνία, αλλά ζήλος για αγώνα».

Αυτός ο πνευματικός ζήλος ευχόμαστε να ανάψη σε όλους μας, ώστε να αγωνισθούμε να απεκδυθούμε τον παλαιό μας άνθρωπο και να ενδυθούμε την ταπείνωση, για να κατοικήση στην καρδιά μας η Αγάπη, ο Χριστός.

26 Σεπτεμβρίου 2006
Μετάστασις του Αγίου Αποστόλου
καί Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου

Η Καθηγουμένη του Ιερού Ησυχαστηρίου
Φιλοθέη Μοναχή
καί αι σύν εμοί εν Χριστώ Αδελφαί